To Top
Επόμενο
Προηγούμενο
Γιώργος Κουμεντάκης: Πιστεύω στον επαναστατικό πυρήνα του ανθρώπου
ΑΡΧΙΚΗSTAYING INΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ • Γιώργος Κουμεντάκης: Πιστεύω στον επαναστατικό πυρήνα του...
Τελευταία Ενημέρωση: 23 Μαρτίου 2020, 10:43 πμ
Ο καλλιτεχνικός διευθυντής της Εθνικής Λυρικής Σκηνής της Ελλάδας μιλά στον «Φ» για τα καθοριστικά παιδικά του χρόνια στο Ρέθυμνο, τη δύσκολη περίοδο μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας το 2004, την ανάγκη «προς μία νέα συλλογικότητα» ως βασικό «μάθημα» της Επανάστασης του 1821 και τη συνεργασία του με τον Γιώργο Λάνθιμο και την Emma Stone.
 
- Η αφετηρία της διαδρομής σας ορίζεται στον γενέθλιο τόπο του Ρεθύμνου, το 1959. Κοιτώντας προς τα πίσω, θεωρείτε ότι η κρητική γη, η ανθρωπογεωγραφία της περιοχής, οι γονείς, οι φίλοι, τα κρητικά ακούσματα και οι εικόνες καθόρισαν την πορεία σας; Ήμουνα πολύ τυχερός σχετικά με τον τόπο που μεγάλωσα και γεννήθηκα και το συνειδητοποιώ τώρα στα 60 μου χρόνια πολύ περισσότερο. Η αφετηρία μου ήταν μια περιοχή με έντονη πολιτιστική ταυτότητα. Το Ρέθυμνο, τουλάχιστον όταν εγώ γεννήθηκα, εθεωρείτο η πόλη των γραμμάτων. Υπήρχε μια έντονη διάθεση των ανθρώπων για πολιτιστική έκφραση. Επίσης, ήμουν πολύ τυχερός, γιατί βρισκόμουν σε μία οικογένεια όπου ο πολιτισμός, σε όλες του τις εκφάνσεις, ήταν βασικό χαρακτηριστικό της καθημερινότητάς μας. Ο πατέρας μου ήταν φυσιολάτρης και φιλόμουσος, ο πατέρας του ήταν ψάλτης, η γιαγιά μου ζωγράφιζε, έπαιζε μαντολίνο, ενώ παράλληλα μάθαινε και όργανο στην καθολική εκκλησία της πόλης. Ένα δε κοινό κομμάτι όλων ήταν η αγάπη για την ποίηση, πέραν αυτής για τη λογοτεχνία. Θυμάμαι βραδιές ποίησης στο σπίτι μας. Στο εξοχικό μας επίσης, σε μια περιοχή έξω από το Ρέθυμνο, μαζί με τα παιδιά των προσφύγων από τη Μικρά Ασία είχαμε φτιάξει μια θεατρική ομάδα όπου γράφαμε τα κείμενα και τη μουσική, φτιάχναμε τα κοστούμια και παίζαμε τα έργα στους δικούς μας για να βγάλουμε χαρτζιλίκι. Από εκείνα τα παιδικά χρόνια κρατάω την ενασχόλησή μου με τη μουσική με όρους παιχνιδιού πάντα. Ήμουν περίπου 12 ετών όταν συνειδητοποίησα ότι η μουσική θα είναι ένα αναπόσπαστο κομμάτι του εαυτού μου για πάντα και από τα 15 μου, όταν έγραψα τα πρώτα μου έργα, το κάνω με τη συνείδηση του επαγγελματία.

- Αν κοιτούσατε πίσω στην παιδική σας ηλικία, πώς θα περιγράφατε τον εαυτό σας; Ήμουν ένα μάλλον εσωστρεφές και κλεισμένο στον εαυτό του παιδί με βασικό άνοιγμα και διέξοδο στον κόσμο τη μουσική που άκουγα και έγραφα. Μπορεί να ήμουν απολύτως κοινωνικοποιημένος μέσα από τις οικογενειακές, κοινωνικές και σχολικές εκδηλώσεις, αλλά παράλληλα ζούσα σε ένα παράλληλο κατάδικό μου σύμπαν αργά το βράδυ ή κατά τις πρώτες πρωινές ώρες. Είχα το κλειδί του Ωδείου, που ήταν ένα τζαμί στην Παλιά Πόλη του Ρεθύμνου, το έσκαγα από το σπίτι και έμενα εκεί ατελείωτες ώρες συνθέτοντας τα κομμάτια μου σε ένα πιάνο με ουρά. Κάποιες φορές με έβρισκε το ξημέρωμα. Αυτές οι ώρες στο Ωδείο ήταν κάτι πολύ-πολύ δικό μου και δεν ήθελα να ξέρει κανείς γι’ αυτό. 

- Ποια συμβουλή κουβαλάτε από εκείνα τα χρόνια μέχρι σήμερα; Το μότο της οικογένειάς μας ήταν ότι πρέπει να είμαστε ο εαυτός μας και να είμαστε ειλικρινείς. Επίσης, ότι έχουμε έρθει σε αυτόν τον κόσμο για να εξυπηρετήσουμε το Καλό σε σχέση με τον Άνθρωπο και το Περιβάλλον και ταυτόχρονα να μην παρεκκλίνουμε από τον εαυτό μας, να είμαστε αυθεντικοί. Αυτή είναι η αρματωσιά που φέρω από την οικογένειά μου και για την οποία τους είμαι βαθιά ευγνώμων.

- Το ευρύ κοινό σας γνώρισε το 2004, όταν αναλάβατε, από κοινού με τον Δημήτρη Παπαϊωάννου, τη διοργάνωση των Τελετών Έναρξης και Λήξης των Ολυμπιακών Αγώνων στην Αθήνα. Πώς έχει καταγραφεί μέσα σας αυτή η εμπειρία; Τι μάθατε μέσα από αυτή την ενασχόλησή σας; Αυτή ήταν μία εμπειρία η οποία ήρθε ανέλπιστα. Κανείς μας δεν περίμενε ότι θα αναλαμβάναμε κάτι τέτοιο. Πηγαίναμε ως outsiders. Δεν ήταν μια διαδικασία η οποία με έφερε αντιμέτωπο με τον εαυτό μου σε δημιουργικό πλαίσιο, ακριβώς γιατί το ζητούμενο ήταν άλλο: να φύγουμε από τον εαυτό μας και να φτιάξουμε έναν κόσμο, αυτό που θα έπρεπε να είναι η όψη της Ελλάδας στη συγκεκριμένη στιγμή για να έχει μια παγκόσμια απήχηση. Δηλαδή κληθήκαμε να δημιουργήσουμε ένα εθνικό γεγονός. Όταν τελείωσε αυτή η ιστορία με τους Ολυμπιακούς Αγώνες, επήλθε μία περίοδος έντονης εσωτερικής κριτικής μαζί με έντονα ψυχολογικά θέματα, καθώς εκεί που ήσουν εκτεθειμένος σε μία τεράστια κλίμακα επικοινωνιακή και δημιουργική, ξαφνικά καταλήγεις πάλι στην κουκκίδα του εαυτού σου την οποία εκείνη τη στιγμή δεν ξέρεις πώς να την ορίσεις. Έπρεπε να επανεφεύρω τον εαυτό μου και τη ζωή μου πάλι από το μηδέν. Τώρα έχω ηρεμήσει αρκετά σχετικά με αυτό και θεωρώ πως καλά έγιναν όπως έγιναν τα πράγματα, ήταν κατά γενική ομολογία μία επιτυχημένη πρόταση. Η θλίψη που έχω είναι γιατί όλο αυτό το πράγμα ευτελίστηκε από εμάς τους ίδιους. Έγιναν πολλά σημαντικά πράγματα για τους Ολυμπιακούς Αγώνες –κτήρια, υποδομές, η ιδέα του εθελοντισμού και της συνεργασίας- τα οποία έμειναν ανεκμετάλλευτα στη συνέχεια. Ήταν σαν οι Ολυμπιακοί να μην είχαν συμβεί ποτέ. Μετά ήρθε και η κρίση και έμοιαζε όλο αυτό σαν να είχε βασιστεί όχι σε πραγματικές αξίες και ανάγκες, αλλά ενδεχομένως σε μια ουτοπία. Ίσως πιστέψαμε σε κάτι μεγάλο που όμως δεν ήταν η πραγματική ανάγκη της εποχής. 

- Αμέσως μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004, «εξαφανιστήκατε» στην Τήνο. Δεν κεφαλαιοποιήσατε επικοινωνιακά την τεράστια καλλιτεχνική επιτυχία των Ολυμπιακών Τελετών Έναρξης και Λήξης. Αλήθεια είναι αυτό. Η φύση της δουλειάς μου είναι διαφορετική. Δεν ήθελα να συνεχίσω επαγγελματικά αυτό που έκανα για τις τελετές των Ολυμπιακών Αγώνων. Ήθελα απλώς να επιστρέψω στη μουσική μου. Οπότε απομονώθηκα στα Υστέρνια της Τήνου για να ξαναβρώ τη συνθετική μου ιδιότητα. Και τη βρήκα μέσα από την επαφή μου με τη φύση, το σπίτι μου στο χωριό, τους συγχωριανούς. Κάπως έτσι άρχισε πάλι να με επισκέπτεται η μουσική, μετά από ένα χρόνο που χρειάστηκε η εμπειρία των Ολυμπιακών Τελετών να κατασταλάξει μέσα μου. Χρειάστηκα ένα χρόνο απόλυτης απραξίας, ένα χρόνο πολύ δυσάρεστο, για να ξαναβρώ το κέντρο μου. Πέρασα πολύ άσχημα εκείνο το διάστημα, γιατί φοβήθηκα ότι μπορεί να μην ήμουν ποτέ ξανά σε θέση να συνθέσω. Ήταν τελικά ο πυρήνας της ελληνικής παραδοσιακής μουσικής που άρχισε να τροφοδοτεί και πάλι την ύπαρξή μου. Και μέσα από την ελληνική μου ταυτότητα προσδιόρισα εκ νέου το μουσικό μου ιδίωμα. Καθόλου εύκολο γιατί δεν τέμνονται η κλασική δυτική μουσική με την ελληνική παραδοσιακή. Αλλά αυτή η δυσκολία ήταν μία εξαιρετικά δημιουργική άσκηση που κυριολεκτικά με έσωσε. Και όλο αυτό με φόντο το ξερό, άνυδρο τοπίο της Τήνου με αυτούς τους μεγαλειώδεις χειμώνες, τις φθινοπωρινές νηνεμίες, τα εαρινά χρώματα, τις καλοκαιρινές μυρωδιές. Ήταν σαν να άνοιξαν οι κρουνοί της έμπνευσης και του σύμπαντος σε αυτό το πανέμορφο κυκλαδίτικο χωριό. Γιατί μόλις συγκριθείς με το απέραντο σύμπαν, αντιλαμβάνεσαι πόσο μικρός είσαι. Κι έπρεπε να βρω έναν τρόπο έκφρασης για να συγκατοικήσω με αυτό το σύμπαν. 

- Κι ενώ δημιουργείτε από τη νησιωτική περιφέρεια, ξαφνικά το 2015 αναλαμβάνετε υπεύθυνος καλλιτεχνικού προγραμματισμού της Εναλλακτικής Σκηνής της ΕΛΣ και το 2017 καλλιτεχνικός διευθυντής της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Πώς αποφασίσατε να αποχωριστείτε το αγαπημένο σας νησί και τα δικά σας μουσικά σχέδια και να εμπλακείτε σε μια πρωτόγνωρη για σας περιπέτεια καλλιτεχνικής διεύθυνσης και διαχείρισης ενός μεγάλου κρατικού πολιτιστικού φορέα; Εδώ, στη Λυρική, ανοίγει άλλος ένας μεγάλος κύκλος στη ζωή μου. Κάθε δέκα χρόνια αλλάζω ριζικά τη ζωή μου. Ανά δεκαετία αλλάζω τόπο διαμονής, τόπο δημιουργίας, δημιουργικό ιδίωμα, αλλάζω κύκλους. Είμαι πάντα ανοιχτός να ζήσω νέες εμπειρίες και νέες περιπέτειες. Είχε αρχίσει να με κουράζει η Τήνος τα τελευταία χρόνια, ειδικά τα καλοκαίρια που παραδιδόταν ανενδοίαστα στον ανεξέλεγκτο τουρισμό και σκεφτόμουν ότι έπρεπε να ανοίξω έναν νέο κύκλο στη ζωή μου και ήρθε ως μια φυσική συνέχεια η πρόταση για τη Λυρική Σκηνή. Δεν θα τη δεχόμουν την πρόταση αν δεν περνούσε σε αυτή τη νέα της φάση από το θέατρο Ολύμπια στο Κέντρο Πολιτισμού Ιδρύματος Σταύρου Νιάρχου. Για μένα ήταν ένα ριψοκίνδυνο εγχείρημα το οποίο όμως ήθελα να το ζήσω και έχω δοθεί 100% σε αυτό που κάνω. Παρά την καθημερινή κούραση που νιώθω, καθώς περνάω κυριολεκτικά εδώ όλες μου τις μέρες και ώρες -καθημερινές, Κυριακές, γιορτές, παρά την γκρίνια που βγάζω, την απελπισία που νιώθω ενίοτε, τον φόβο για χίλια δύο πράγματα, στο βάθος της ψυχής μου αισθάνομαι μια γλυκύτητα και μια ικανοποίηση να ισοσταθμίζουν το βάρος της πρόκλησης.

- Ποιοι οι στόχοι σας για την επόμενη τριετία καλλιτεχνικής διοίκησης της ΕΛΣ; Με εφόδιο τη περσινή δωρεά των είκοσι εκατομμυρίων ευρώ από το Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος θέλουμε η ΕΛΣ να μπορέσει να συνομιλήσει ισότιμα με τις μεγάλες λυρικές σκηνές σε Ευρώπη και Αμερική και μαζί να συμπράξουμε στο κομμάτι της παραγωγής και της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Επίσης, να μπορέσουμε να εξάγουμε κάποιες παραγωγές μας στις μεγαλύτερες όπερες του κόσμου εστιάζοντας πλέον στην εξωστρέφεια του οργανισμού. 

- Σε αυτή την επόμενη τριετία σας στο τιμόνι της ΕΛΣ θα κληθείτε να συμβάλλετε στην επέτειο των 200 χρόνων από την Επανάσταση του 1821. Ποια τα σχέδιά σας; Οργανώνουμε τις προτάσεις μας εδώ και ενάμιση χρόνο και πλέον έχουμε κατασταλάξει σε ένα πρόγραμμα με γύρω στις τριάντα παραγωγές οι οποίες θα ξεκινούν από το φθινόπωρο του 2020 και θα ολοκληρωθούν τον Δεκέμβρη του 2021. Προσπαθήσαμε να δούμε συνολικά όλο αυτό το γεγονός μέσα από την καλλιτεχνική δημιουργία μιλώντας για έννοιες όπως η δημοκρατία, η επανάσταση, το έθνος, η παλιγγενεσία, η προσωπική επανάσταση του καθενός. Εγώ, για παράδειγμα, γράφω ένα έργο για τον Εμφύλιο μετά το 1821. Θα εστιάσουμε όχι μόνο σε γνωστά ιστορικά γεγονότα, αλλά και σε πτυχές της ιστορίας, της πολιτικής και της κοινωνίας μάλλον θαμμένες και στη συνείδησή μας αλλά και στην ενημέρωσή μας. Και είμαστε ανοιχτοί σε οποιαδήποτε αντίδραση, γιατί δεν έχουμε προσεγγίσει το όλο θέμα με «ασφάλεια».

- Πώς ορίζετε τη σύγχρονη ελληνική ταυτότητα 200 χρόνια από την Επανάσταση του 1821; Εγώ πια πιστεύω στον επαναστατικό πυρήνα του ανθρώπου και λιγότερο μιας κοινωνίας που μπορεί να παραπλανηθεί ποικιλοτρόπως και να οδηγηθεί σε μονοπάτια αδιέξοδα. Αυτό που προσωπικά με ενδιαφέρει είναι να δω τον καθέναν από εμάς να μπορέσει να βρει το σημείο ταύτισης, αναφοράς ή εξέλιξης μιας τέτοιας πολύ μεγάλης πράξης που συνέβη πριν από 200 χρόνια. Αυτή η ιστορική στιγμή έχει πολλά ερωτηματικά, γιατί εκτός από την έννοια της ελευθερίας και της επανάστασης, εμπεριείχε και άλλες διαδικασίες συχνά σκοτεινές και περίεργες, πράγμα που επιβεβαιώθηκε μετά στον Εμφύλιο που ακολούθησε, όταν απαξιώθηκαν οι ήρωες της Επανάστασης αλλά και όλες οι έννοιες για τις οποίες πολέμησαν τότε. Αυτό που πιστεύω ότι λείπει έντονα από την ελληνική πραγματικότητα είναι ότι πια δεν συντονίζεται η ελληνική ψυχή σε έναν κοινό συναισθηματικό τόπο. Δεν υπάρχει δηλαδή μία χορδή η οποία, αν αυτή τη στιγμή πάλλεται, μπορεί να συντονίσει την Ελλάδα σε έναν κοινό συναισθηματικό τόπο. Πρέπει λοιπόν να ξαναβρούμε τον τρόπο να μιλήσουμε ενιαία ως λαός έχοντας μια συναισθηματική ταύτιση προς μία νέα συλλογικότητα. Γιατί, παρότι περάσαμε μία δεκαετία κρίσης, αυτή η νέα συλλογικότητα δεν μας προέκυψε. 

- Συμφωνείτε με τη ρήση του απόδημου συγγραφέα Θοδωρή Καλλιφατίδη: «Η Ιταλία ήταν σεξ. Η Γερμανία απαγορεύσεις. Η Γαλλία φλυαρία. Η Αγγλία τρελοί βασιλιάδες. […] Η Ελλάδα είναι πόνος.»; Η Ελλάδα για μένα δεν είναι μόνο πόνος. Είναι τα δύο άκρα, πόνος και χαρά. Ο απόλυτος πόνος και η απόλυτη χαρά. Κι εκεί που εγώ έχω βρει το σημείο αναφοράς και έκφρασής μου είναι όταν αυτά τα δύο άκρα συναντώνται. Οι Έλληνες μπορεί να έχουμε τεράστια χαρά και να την εκφράζουμε με πόνο και μεγάλο πόνο που τον εκφράζουμε με χαρά. Αυτό είναι ένα χαρακτηριστικό της ελληνικής φυλής αλλά και του ελληνικού τοπίου. Στην Τήνο συνειδητοποίησα το πάντρεμα αυτών των δύο άκρων. Όταν έμενα στο νησί, ξυπνούσα πολύ πρωί, την αυγή, όταν η γη και το περιβάλλον ζωντανεύουν μετά το πέρας της νύχτας, όταν όλη η φύση είναι σε τρελή χαρά. Το βράδυ είναι ο απόλυτος θρήνος. Ακούς τη φύση να φοβάται, να αναδιπλώνεται, να κουλουριάζει να κρυφτεί. Ακούς τη φύση να μοιρολογεί –τα πρόβατα, τα κατσίκια, τα γαϊδούρια, τα πουλιά, ο κόσμος μαζεύεται στα σπίτια του. Μέχρι να πέσει το απόλυτο σκοτάδι, η φύση οδύρεται.

- Η Τήνος επανέρχεται μέσα από μια νέα συνεργασία σας, αυτή τη φορά με τον Γιώργο Λάνθιμο, με αφορμή μια μικρή μήκους ταινία του που γυρίστηκε στο νησί. Πώς συνδέεται η ΕΛΣ με αυτό το project; Αυτή ήταν μια ιδέα συνεργασίας που είχαμε με τον Γιώργο και τη δουλεύουμε εδώ και ενάμιση χρόνο. Θέλαμε να δουλέψουμε μαζί και προσπαθούσαμε να βρούμε ένα άνοιγμα στο πολυάσχολο πρόγραμμα του Γιώργου και τα καταφέραμε. Πρόκειται για μια βουβή ταινία μικρού μήκους, διάρκειας περίπου 20’, συνοδεία δύο μουσικών κομματιών. Μέσα από τη μουσική προέκυψε η ιστορία της ταινίας, την οποία υπογράφει ο Γιώργος Λάνθιμος, όπως τη σκηνοθεσία και την παραγωγή. Τους δυο κεντρικούς ρόλους ερμηνεύουν η Emma Stone και ο Damien Bonnard. Τα γυρίσματα της ταινίας ολοκληρώθηκαν τον περασμένο μήνα στην Τήνο και θα παρουσιαστεί ως μέρος εικαστικής εγκατάστασης με τη συνοδεία μουσικών συνόλων στις 22, 23, 27 Μαΐου 2020 στην ΕΛΣ, ενώ στη συνέχεια θα ταξιδέψει στο εξωτερικό.

iob29@yahoo.com
 
Φιλελεύθερα, 22.3.2020
  Συνέντευξη: Ιωάννα Μπλάτσου   
Σχολιάστε ή διαβάστε πατώντας εδώ...