To Top
Επόμενο
Προηγούμενο
Λυδία Κονιόρδου: Σημαντικό να μπορούμε να διακρίνουμε μέσα στη σκόνη
ΑΡΧΙΚΗGOING OUTΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ • Λυδία Κονιόρδου: Σημαντικό να μπορούμε να διακρίνουμε μέσα στη...
  10 Φεβρουαρίου 2020, 10:30 πμ  
Η καταξιωμένη ηθοποιός και σκηνοθέτις έχει επιστρέψει με διάθεση επανεκκίνησης στο πεπρωμένο της, το σανίδι, μετά από τη διετή ανάμιξή της στη μάχιμη πολιτική.
 
Ένας νέος καλλιτεχνικός κύκλος άνοιξε για τη Λυδία Κονιόρδου όταν ολοκληρώθηκε η θητεία της στην έπαλξη του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού της Ελλάδας κι αυτή η περίοδος αναζητήσεων και επαναπροσδιορισμού την έφερε και στη Λευκωσία. Στην πρώτη της συνεργασία με τον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου, με τη διπλή ιδιότητα της σκηνοθέτιδας και της πρωταγωνίστριας, προτείνει ένα σημαντικό ελληνικό δράμα με άξονα μια ανυποχώρητη γυναίκα. Αποφασισμένη για νέες και πιο τολμηρές δοκιμασίες, μιλά για τη νέα καλλιτεχνική πρόκληση και για τις Δράκαινες που συναντάμε παντού: γύρω μας και μέσα μας.
 
Την προηγούμενη φορά σας είχα ρωτήσει αν σας λείπει το σανίδι. Τώρα θα ρωτήσω αν σας λείπει το Υπουργείο... Σε κάθε φάση που βρίσκομαι βουτάω σ’ αυτό που κάνω με κέφι, αφοσίωση και πίστη ότι μπορεί να βγει κάτι καλό. Αν δεν το πιστεύω αυτό, δεν υπάρχει κανένας λόγος να εμπλακώ σε οτιδήποτε. Το ίδιο ισχύει και για τη συνεργασία μου με τον ΘΟΚ.
 
- Πού αισθάνεστε περισσότερο εκτεθειμένη: στο σανίδι ή στον υπουργικό θώκο; Για μένα, δεν τίθεται θέμα έκθεσης. Δεν σκέφτομαι έτσι. Πρόκειται για μια δουλειά. Δεν σκέφτομαι αν εκτίθεμαι ή όχι, αν μου ταιριάζει ή όχι. Αν αποφασίσω να το κάνω, το υποστηρίζω με όλη μου την ψυχή. Κι ο κόσμος ας κρίνει. Κατά την υπουργική μου θητεία, παρόλο που η αντιπολίτευση ήταν υπέρμετρα σκληρή και υπήρχε μεγάλη και πολλές φορές άδικη επιθετικότητα και προς το πρόσωπό μου, είχαμε τόση δουλειά να κάνουμε που ούτε προλάβαινα να κοντοσταθώ και να σκεφτώ τι γράφουν για μένα και τι μου προσάπτουν.
 
- Δεν υπάρχει, ωστόσο, το βάρος των ευθυνών που συνεπάγεται η θέση; Σαφέστατα. Οι ευθύνες είναι μεγάλες όταν έχεις να κάνεις με θέματα στα οποία εμπλέκεται το δημόσιο συμφέρον κι οι πολίτες. Δεν συγκρίνεται το ένα με το άλλο. Εδώ η ευθύνη περιορίζεται στον μικρόκοσμο του θεάτρου, στην εμπιστοσύνη που σου δείχνει ένας θεατρικός οργανισμός και απέναντι στις προσδοκίες του κοινού.
 
- Νιώθετε ότι επιστρέψατε πιο ορμητικά στην ενεργό καλλιτεχνική δράση μετά την πολιτική σας θητεία; Ναι. Πρόκειται για ένα είδος επανεκκίνησης. Πλέον εστιάζω περισσότερο στην έκφραση ως ανάγκη και ως χρέος. Ήμουν τυχερή γιατί, με το που έφυγα από το ΥΠΠΟΑ, έλαβα μέρος στην παράσταση με τον Οιδίποδα του Μπομπ Γουίλσον.
 
- Τι σημαίνει για σας εκείνη η συνεργασία; Κάθε φορά που δουλεύω με τον Μπομπ Γουίλσον είναι για μένα μια όαση. Νομίζω ότι είναι οι πιο ευτυχισμένες μου στιγμές. Δεν συγκρίνονται με τίποτα. Όχι ότι δεν έχουν υπάρξει ανάλογες συνεργασίες κι ευτυχισμένες στιγμές. Αλλά στην περίπτωση αυτή είναι το περιβάλλον που δημιουργεί γύρω του, οι συνθήκες μέσα στις οποίες δουλεύεις. Νιώθεις ότι το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να ασχοληθείς με την τέχνη σου και δεν αγωνιάς για τίποτε άλλο. Βρίσκεσαι σ’ ένα ιδανικό σύννεφο έκφρασης.
 
- Γιατί να μην είναι πάντα έτσι; Δεν μας το επιτρέπουν οι συνθήκες. Προκύπτουν δυσκολίες σε μια συλλογική τέχνη όπως το θέατρο. Προβλήματα συνεννόησης, χρονικής πίεσης, οικονομικά ζητήματα. Δεν μπορείς να έχεις πάντα αυτό που θέλεις. Ο Γουίλσον, δεν ξέρω πώς τα καταφέρνει, έχει ένα μαγικό ραβδάκι που εξασφαλίζει τις ιδανικές συνθήκες για τον ίδιο και τους συνεργάτες του.
- Μιλήσατε για επανεκκίνηση. Εννοείτε παράλληλα κι έναν επαναπροσδιορισμό, ένα φρεσκάρισμα της σχέσης σας με το θέατρο; Ναι. Προσδοκώ σε μια καινούρια πνοή. Θα ήθελα να έχω τη δυνατότητα να τολμήσω καινούρια πράγματα, χωρίς να πετάω όσα έχω πάρει από τους δασκάλους μου κι όσα έχω διανύσει ως καλλιτέχνις. Ο «Μέγας Ιεροεξεταστής» του Ντοστογιέφσκι που κάναμε στο Ίδρυμα Κακογιάννη ήταν ένα τέτοιο εγχείρημα, μια πειραματική αλλά ιδιαίτερη εμπειρία για μένα. Αν δεν είχε προηγηθεί η εμπειρία του Υπουργείου δεν θα ερμήνευα έτσι τον ρόλο. Είχα τη δυνατότητα να εκφράσω πράγματα που κατάλαβα κι ένιωσα μέσα από το πέρασμά μου από τα γρανάζια της εξουσίας.
 
- Έχετε απομυθοποιήσει την πολιτική μετά από εκείνη την εμπειρία; Δεν την είχα μυθοποιήσει ποτέ. Δεν είχα στο μυαλό μου κάποια ιδανική εικόνα. Οι πολιτικοί είναι κι αυτοί άνθρωποι όπως όλοι μας. Υπάρχουν οι καλοί και οι λιγότερο καλοί, οι αποτελεσματικοί και οι αναποτελεσματικοί, αυτοί που έχουν αρχές κι οι ανήθικοι. Ισχύει το ίδιο και με τους υπόλοιπους τομείς.
 
- Ναι, αλλά για την αποτελεσματικότητα παίζουν ρόλο οι θεσμοί και ο τρόπος που λειτουργούν... Η δημοκρατία δεν λειτουργεί πάντα ιδανικά, αλλά δεν φταίει η δημοκρατία γι’ αυτό. Οι θεσμοί της παιδείας, της υγείας, του πολιτισμού δεν λειτουργούν πάντα ιδανικά. Κάθε άλλο. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είναι σημαντικοί. Το ίδιο ισχύει και για την πολιτική με την ευρύτερη έννοια. Πρέπει να συμβάλουμε από την πλευρά μας με τον τρόπο που μπορούμε για το καλύτερο.

- Τι σας τροφοδοτεί πλέον σκηνικά; Έχει αλλάξει το κίνητρό σας; Η τέχνη μου είναι το θέατρο. Ειδικά το μουσικοποιητικό. Είναι ο τομέας που μ’ ενδιαφέρει να ερευνώ και με τους μαθητές μου, τους συνεργάτες μου αλλά κι ως ηθοποιός όταν καλούμαι να ερμηνεύσω έναν ρόλο. Συνδέομαι πάντα με την οικογένεια με την οποία συνεργάζομαι και μ’ αυτό που καλούμαι να φέρω εις πέρας.
 
- Στην περίπτωση της «Δράκαινας» τι νιώθετε ότι κληθήκατε να κάνετε; Να δώσω σ’ ένα σημαντικό ελληνικό έργο μια σύγχρονη οπτική. Καλούμαστε να το φέρουμε στη σημερινή εποχή, να ανακαλύψουμε τις αρετές και την αξία του και πόσο σύγχρονο μπορεί να είναι σήμερα, πόσο μπορεί να μας μιλήσει.
 
- Πόσο εκμοντερνίζει το έργο του Μπόγρη η πρότασή σας; Δεν χρειάζεται να εκμοντερνιστεί εξωτερικά. Το σκηνικό είναι αφαιρετικό –κι είναι τιμή μου που συνεργάζομαι με μια κολώνα της ελληνικής σκηνογραφίας, τον Γιώργο Ζιάκα που έχει υπογράψει ιστορικές παραστάσεις και για τον ΘΟΚ. Υποβόσκουν στοιχεία σύγχρονης αισθητικής, αλλά διατηρείται το άρωμα της εποχής που γράφτηκε, της δεκαετίας του 1920. Μου αρέσει να αισθάνομαι το ταξίδι μέσα στο χρόνο. Να νιώθω ότι μια ιστορία που γράφτηκε σε συγκεκριμένη εποχή για μια επαρχιακή πόλη της Ελλάδας μπορεί να αφορά τον σημερινό άνθρωπο. Αυτό με συγκινεί πιο πολύ από το να προτείνω κάτι εξόφθαλμα μοντέρνο, φέρνοντάς το με το ζόρι στο σήμερα.
- Πώς αφορά τον σύγχρονο θεατή; Όλοι οι άνθρωποι  προσπαθούμε να ζήσουμε. Να πετάξουμε ελεύθεροι με τα φτερά μας. Το έργο δείχνει πώς τα φτερά αυτά ψαλιδίζονται μέσα από τις οικογενειακές συνθήκες, τις προστριβές που αφορούν την ιδιοκτησία, τα κληρονομικά, τα χρήματα, τη φθορά του γάμου και των σχέσεων. Όλα αυτά σε μεγάλο βαθμό είναι ίδια. Το έργο αποκαλύπτει με έξοχο τρόπο πώς οι άνθρωποι συνθλίβουν τα όνειρα και τις επιθυμίες τους, την επιθυμία τους να ζήσουν ελεύθεροι, καθώς μπλέκουν μέσα στα γρανάζια όπου οι ίδιοι τοποθετούν τον εαυτό τους. Πώς αυτοακυρώνονται μέσα στην πραγματικότητα.
 
- Πώς αυτοακυρώνεται η Δράκαινα; Μια γυναίκα που ταπεινώθηκε, περιφρονήθηκε, θυσιάστηκε,  κουβαλά τραύματα που μεταφέρει στα παιδιά της, τα οποία της το ανταποδίδουν. Τους ροκανίζει την ελευθερία. Στην προσπάθειά της να τα προστατέψει, τους στερεί το οξυγόνο, τη δυνατότητα να εξελιχθούν και τελικά τους δηλητηριάζει τη ζωή. Είναι μια συνθήκη της διπλανής πόρτας.
 
- Τι είναι αυτό που σας αρέσει περισσότερο στα έργα αυτά; Αυτό που μου αρέσει εμένα και μου το επιτρέπει κι ο συγγραφέας- δεν αυθαιρετώ- είναι να ανάγω αυτές τις ιστορίες σε ποιητικό επίπεδο. Ο Μπόγρης, όπως ο Παλαμάς, ο Παντελής Χορν κ.ά. επηρεάστηκαν από το ευρωπαϊκό αστικό δράμα, τον Ίψεν, τον Στρίνμπεργκ, τον Τσέχωφ. Η διαφορά είναι ότι στα έργα τους βλέπουμε πρόσωπα αναγνωρίσιμα, δικά μας, που συνδέονται με αρχέτυπα του δικού μας αρχαίου ποιητικού θεάτρου και συνεπώς υπάρχει μια διαχρονική σύνδεση μαζί τους. Μέσα στη σύγχρονη δραματουργία βλέπεις μια συνέχεια της γραμμής του πολιτισμού. Αυτό δίνει μια ιδιαίτερη αξία στη δική μας δραματουργία, γι’ αυτό μ’ ενθουσιάζει ιδιαίτερα να καταπιάνομαι με τα έργα αυτά.
 
- Η «Δράκαινα» ανεβαίνει για πρώτη φορά στην Κύπρο, ενώ ούτε και στην Ελλάδα δεν ανεβαίνουν συχνά τα έργα του Μπόγρη. Πού οφείλεται αυτό; Ίσως στο γεγονός ότι έχει κατακαθίσει πάνω τους η σκόνη παλαιών ανεβασμάτων, που αφορούσαν μια άλλη εποχή. Η εποχή μας ζητά άλλα πράγματα. Όμως, τα έργα αυτά έχουν στον πυρήνα τους στοιχεία που μπορεί να αναγνωρίσει ο σημερινός θεατής.
 
- Η εποχή μας δεν απαιτεί κι άλλον ρυθμό; Ο ρυθμός είναι θέμα σκηνοθεσίας και ερμηνείας. Εμείς δεν αλλοιώνουμε το κείμενο. Υπάρχουν κάποιες προσαρμογές, αλλά είναι χάριν ακριβώς του ρυθμού, για να μην εμποδίσουμε τον σημερινό θεατή να επικοινωνήσει με την ουσία του έργου.
 
- Θα χαρακτηρίζατε το έργο «μητριαρχικό»; Εστιάζει στη γυναίκα, αλλά μέσα σ’ έναν πατριαρχικό κόσμο. Προσπαθεί να επιβιώσει με ό,τι όπλο καταφέρνει να πάρει στα χέρια της. Αναπτύσσει πλευρές για να ελέγξει, να εξουσιάσει. Διεκδικεί εξουσία έχοντας υποστεί ένα μεγάλο τραύμα. Υπάρχει μια αντιστοιχία με την Κλυταιμνήστρα. Βεβαίως χρησιμοποιεί ανδρικά «όπλα» για να επιβληθεί. Δεν υπάρχει άλλος δρόμος. Η θηλυκή όψη, η γυναικεία φύση υποτιμάται. Θεωρείται κατώτερη, δευτερεύουσα, αδύναμη, ανόητη. Το βλέπουμε και στις σημερινές γυναίκες, που για να επιβιώσουν σ’ έναν ανδροκρατούμενο κόσμο αναγκάζονται να επιστρατεύσουν ανδρικές ιδιότητες. Υπάρχουν παντού Δράκαινες στις μέρες μας. Γύρω μας και μέσα μας.
 
- Δικαιολογούνται οι πράξεις της; Δεν δικαιολογούνται, αλλά γίνονται κατανοητές. Δεν μου αρέσει να χωρίζω τους χαρακτήρες σε καλούς και κακούς. Τους αντιμετωπίζω με διαλεκτικό τρόπο: εμπεριέχουν φως και σκοτάδι. Όπως όλα τα πρόσωπα αυτού του έργου, η Δράκαινα έχει θετικές και αρνητικές όψεις. Είναι ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα μεσογειακής γυναίκας που το βλέπουμε στον Λόρκα, όσο και στο ελληνικό δράμα.
 
- Ως σκηνοθέτης είστε «Δράκαινα»; Επειδή προέρχομαι από την υποκριτική, ως σκηνοθέτης προσπαθώ να είμαι πρώτα δασκάλα για τους ηθοποιούς. Όπως έκανε κι ο δάσκαλός μου ο Κουν, θέλω να τους δίνω τα εφόδια ν’ αναπτύξουν την υποκριτική τους για να μπορέσουμε να εκφράσουμε τη σκηνοθετική άποψη. Δεν τους ρίχνω μέσα σε μια σκηνοθετική ιδέα για να τους πω «κολυμπήστε», χωρίς να τους παρέχω εργαλεία. Τους δίνω πλήρη καθοδήγηση για να φτάσουν στο ζητούμενο.
 
- Ποια είναι η πρόκληση στην προκειμένη περίπτωση; Η πρόκληση είναι αρκετά μεγάλη: ν’ απομακρυνθείς από την ηθογραφία και να εξυψώσεις το έργο σ’ ένα ποιητικό επίπεδο. Απαιτεί μια ιδιαίτερη ερμηνεία, όχι συνηθισμένη, νατουραλιστική, τηλεοπτική. Ξεκινάμε από τη ρεαλιστική βάση, αλλά για να δημιουργήσουμε πρόσωπα του μύθου που θα τα θυμάται –ελπίζω- ο θεατής και θα ταυτιστεί μαζί τους.
- Ποιες οι περιπλοκές και ποια τα πλεονεκτήματα να παίζει και να σκηνοθετεί ταυτόχρονα κάποιος; Δεν σκηνοθετώ οποιοδήποτε έργο, αλλά μόνο όταν μπορώ να το «δω», να το οραματιστώ. Όταν παίζω κιόλας ολοκληρώνεται αυτό που έχω φανταστεί, επειδή επωμίζομαι έναν κεντρικό ρόλο και υποστηρίζω σκηνικά τη δική μου σκηνοθετική άποψη. Με κάποιον τρόπο δίνω τον τόνο. Βέβαια, είναι δύσκολο γιατί κάνεις διπλή δουλειά. Πάντως, δεν είναι κάτι πρωτότυπο. Αυτό συμβαίνει από τότε που υπάρχει θέατρο. Στα νεότερα χρόνια, το έχει κάνει ο Κουν όταν ήταν νέος, ο Λευτέρης Βογιατζής, ο Κιμούλης, ο Λιγνάδης, η Ρούλα Πατεράκη. Ένα πλήθος καλλιτεχνών.
 
- Τι σας αρέσει περισσότερο στην Κύπρο; Αυτό που μου άρεσε πάντα όταν ερχόμουν είναι τα χώματα που ευωδιάζουν. Είναι ένας τόπος χαριτωμένος και ευωδιαστός.
 
- Πώς θα χαρακτηρίζατε τη συνεργασία σας με το κυπριακό καλλιτεχνικό δυναμικό; Αισθάνομαι ιδιαίτερα ευτυχής και δεν το λέω επειδή έτσι είθισται να λέγεται. Βρήκα πραγματικά έναν χώρο όπου όλοι δουλεύουν με πολύ μεράκι, ο ένας στηρίζει τον άλλο, προσπαθούμε όλοι για το καλύτερο, τα πράγματα κυλούν με ταχύτητα. Η συνεργασία είναι εξαιρετική με όλη την ομάδα καλλιτεχνών και εργαζόμενων του οργανισμού. Είμαι άνθρωπος αυστηρός στις συνεργασίες μου, είμαι επαγγελματίας και θέτω κάποια ζητούμενα. Όμως εδώ τα πάντα δουλεύουν ρολόι.
 
- Ποιος είναι ο ρόλος του θεάτρου στις μέρες μας; Το όφελος από την τέχνη δεν είναι υλικό, αλλά πνευματικό. Αναγκαίο, ειδικά σε μια εποχή ραγδαίων αλλαγών όπου δεν ξέρουμε τι θα μας ξημερώσει από οικονομικής, γεωπολιτικής, περιβαλλοντικής απόψεως, υπάρχει το μεταναστευτικό, υπάρχουν τόσα ανοιχτά μέτωπα να διαχειριστούμε. Είναι ζωτικής σημασίας να μπορούμε να διακρίνουμε μέσα στη σκόνη. Υπάρχει μια προσπάθεια χειραγώγησης της σκέψης από διεθνή κέντρα συμφερόντων. Ο μόνος τρόπος να μπορέσει ο καθένας να βρει τη δική του πορεία μέσα σε χαλεπούς και ταραγμένους καιρούς είναι να καλλιεργήσει την ικανότητα να σκέφτεται. Το θέατρο δεν υπάρχει για να μας υποδεικνύει τι να πιστεύουμε. Αυτό είναι προπαγάνδα. Υπάρχει για να γυμνάζει την κριτική μας ικανότητα, τόσο στις ιδιωτικές μας υποθέσεις όσο και στα δημόσια θέματα, ως πολίτες. Είναι ο κατεξοχήν χώρος που καλλιεργεί το πνεύμα, που αφυπνίζει τη συνείδηση. Τουλάχιστον εγώ αυτό το θέατρο υπηρετώ.

Φιλελεύθερα 9/2/2020.

  Συνέντευξη: Γιώργος Σαββινίδης      Μιχάλης Κυπριανού   
Σχολιάστε ή διαβάστε πατώντας εδώ...